Ιδού το νομοσχέδιο γι’αλλαγή φύλου – Οι ποινές κι η αίτηση (ΦΩΤΟ)

0
193

Ολοκληρώνεται σήμερα το μεσημέρι (Δευτέρα 17/9) η δημόσια διαβούλευση για το Νομοσχέδιο της Αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου. Στη σχετική ανακοίνωση του Υπουργείου Δικαιοσύνης αναφέρεται ότι έθεσε σε δημόσια διαβούλευση από τις 8 Αυγούστου 2018 το σχετικό νομοσχέδιο που έχει ετοιμάσει αναφορικά με τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου.

«Δεδομένης της σπουδαιότητας της συγκεκριμένης πρωτοβουλίας», το Υπουργείο κάλεσε όποιον ενδιαφέρεται να συμμετάσχει στη δημόσια διαβούλευση, να αποστείλει τις απόψεις / παρατηρήσεις ή τυχόν σχόλια επί του κειμένου του νομοσχεδίου μέχρι και σήμερα.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ ΕΔΩ

Τι προνοεί το σχετικό νομοσχέδιο:

Δικαιώματα έκαστου με βάση την ταυτότητα και τα χαρακτηριστικά φύλου.

– Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα

(α) στην αναγνώριση της ταυτότητας φύλου του, ως στοιχείου της προσωπικότητάς του•

(β) στο σεβασμό της σωματικής ακεραιότητας και της φυσικής αυτονομίας του, ανεξάρτητα από την έκφραση φύλου ή τα χαρακτηριστικά φύλου του•

(γ) στην ελεύθερη ανάπτυξη ως άτομο και ως προσωπικότητα, σύμφωνα με την ταυτότητα του φύλου του• και

(δ) να τυγχάνει μεταχείρισης ανάλογα με την ταυτότητα φύλου του και ιδιαίτερα να προσδιορίζεται με αυτή στα έγγραφα που αποδεικνύουν την ταυτότητά του.

– Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου

–  κανένα πρόσωπο δεν υποχρεούται να παρέχει απόδειξη χειρουργικής διαδικασίας για ολικό ή μερικό επαναπροσδιορισμό γεννητικών οργάνων, ορμονικές θεραπείες ή οποιαδήποτε άλλη ψυχιατρική, ψυχολογική ή ιατρική θεραπεία για να κάνει χρήση του δικαιώματος για την ταυτότητα του φύλου του, εκτός εάν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του εδαφίου (2) του άρθρου 8.

Διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου

–  Οποιοδήποτε πρόσωπο άνω των δεκαοκτώ (18) ετών το οποίο θεωρεί ότι υφίσταται ασυμφωνία μεταξύ της ταυτότητας φύλου του και του καταχωρισμένου φύλου του δύναται να υποβάλει αίτηση στον Ληξίαρχο δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5 και να ζητήσει τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου του, ώστε αυτό να αντιστοιχεί στη βούληση, στην προσωπική αίσθηση του σώματος και στην εξωτερική του εικόνα.

–  Σε περίπτωση που ανήλικο πρόσωπο θεωρεί ότι υφίσταται ασυμφωνία μεταξύ της ταυτότητας φύλου του και του καταχωρισμένου φύλου του δύναται να υποβάλει αίτηση στον Ληξίαρχο για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου, μέσω των γονέων ή κηδεμόνων του και αφού εξασφαλίσει για τον σκοπό αυτό, μέσω αυτών σχετικό διάταγμα Δικαστηρίου που εκδίδεται δυνάμει των προϋποθέσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (3).

– Το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου ανηλίκου, εφόσον λάβει θετική γνωμάτευση διεπιστημονικής Επιτροπής αποτελούμενης από ένα κοινωνικό λειτουργό, ένα ειδικό ιατρό με εξειδίκευση σε θέματα φύλου και ένα ψυχολόγο, η οποία λαμβάνει απόφαση, έχοντας πρωτίστως υπόψη το υπέρτατο συμφέρον του ανήλικου, όπως αυτό καθορίζεται στον  περί της Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικό) Νόμο, και αφού εισακουστεί η θέση των γονέων ή κηδεμόνων του, επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα πως η επιθυμία γίνεται με ελεύθερη βούληση, με πλήρη γνώση των συνεπειών της και ότι ο ανήλικος είναι σε ώριμη θέση να λάβει μια τέτοια απόφαση.

– Για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου ισχύουν οι διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 3 και δεν απαιτείται να βεβαιώνεται ότι το πρόσωπο έχει υποβληθεί σε οποιαδήποτε προηγούμενη ιατρική επέμβαση, ούτε οποιαδήποτε προηγούμενη εξέταση ή ιατρική αγωγή αναφορικά με τη σωματική ή την ψυχική του υγεία.

– Πρόσωπο δεν δύναται να υποβάλει αίτηση για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου του περισσότερο από δύο (2) φορές, παρά μόνο μετά από σχετική απόφαση δικαστηρίου.

Διαδικασία

–  Η διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου γίνεται με γραπτή αίτηση που καθορίζεται στο Παράρτημα Ι, η οποία υποβάλλεται στον Ληξίαρχο μαζί με το τέλος που καθορίζεται στους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου (2)(α) του Κανονισμού 13 και συνοδεύεται με ένορκη δήλωση που υπογράφεται αυτοπροσώπως από τον Αιτητή ενώπιον Πρωτοκολλητή Επαρχιακού Δικαστηρίου.

– Ο Ληξίαρχος, αφού μελετήσει την αίτηση και το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που επισυνάπτεται σ’ αυτή, αποφασίζει εντός εύλογου χρόνου την έγκριση ή απόρριψη του αιτήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και αναλόγως προχωρεί στην έκδοση νέου πιστοποιητικού γεννήσεως.

– Στην ένορκη δήλωση που προβλέπεται στα εδάφια (1) και (2), δηλώνονται το επιθυμητό φύλο, το καταχωρημένο όνομα και επώνυμο του Αιτητή στο Ληξιαρχείο, το κύριο όνομα που επιλέγεται και το προσαρμοσμένο σχετικά επώνυμο και επισυνάπτεται σ’ αυτή αντίγραφο του πιστοποιητικού γεννήσεως του Αιτητή που χορηγείται από το Γραφείο του Ληξιάρχου της επαρχίας διαμονής του, πληροφορίες και αποδείξεις αναφορικά με τη συνήθη διαμονή του στη Δημοκρατία, αποδείξεις ότι είναι πρόσωπο που νομιμοποιείται να υποβάλει αίτηση σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και ότι αντιλαμβάνεται πλήρως το περιεχόμενο της αίτησης η οποία υποβάλλεται με ελεύθερη βούληση.

– Η αίτηση που προβλέπεται στο παρόν άρθρο και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει καταχωρούνται στο Ληξιαρχείο που είναι καταχωρισμένο το πιστοποιητικό γεννήσεως του προσώπου πριν την μεταβολή των στοιχείων φύλου του, με τρόπο που να διασφαλίζεται  η εχεμύθεια της μεταβολής αυτής καθώς και της έκδοσης του νέου πιστοποιητικού γεννήσεως έναντι όλων.

– Με βάση το νέo πιστοποιητικό γεννήσεως που προβλέπεται στο εδάφιο (2), οι υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για την έκδοση άλλων εγγράφων στα οποία αναγράφεται η ταυτότητα του προσώπου ή από τα οποία το πρόσωπο εξαρτά δικαιώματα, καθώς και για την καταχώριση σε μητρώα ή καταλόγους, όπως εκλογικούς, έχουν την υποχρέωση να εκδώσουν νέα έγγραφα ή να προβούν σε νέες καταχωρίσεις με διορθωμένο το καταχωρισμένο φύλο, το κύριο όνομα και το επώνυμο του προσώπου.

–  Στο νέο πιστοποιητικό γεννήσεως, στα νέα έγγραφα και στις νέες καταχωρίσεις δεν επιτρέπεται η αναφορά ότι μεσολάβησε διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου.

–  Σε περίπτωση που για την διόρθωση του καταχωρημένου φύλου απαιτείται απόφαση του Δικαστηρίου υποβάλλεται αίτηση ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου, το οποίο αποφασίζει επί του αιτήματος ως οι διατάξεις του εδαφίου (2) και (3) του άρθρου 4.

–  Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου αρχίζει με την καταχώριση από τον Αιτητή στο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου εναρκτήριας αίτησης περιέχουσας τον προσδιορισμό της αιτούμενης θεραπείας και των ουσιωδών γεγονότων τα οποία επικαλείται για την έκδοσή της.

–  Η αίτηση πρέπει να φέρει την υπογραφή του Αιτητή και σε περίπτωση που υποβάλλεται για λογαριασμό ανήλικου προσώπου ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ (18) ετών υπογράφεται από κοινού από τους δύο γονείς ή από το κηδεμόνα του που ορίστηκε από το δικαστήριο.

– Τηρουμένων των διατάξεων του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου, όπως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από της εγκρίσεως της αίτησης για διόρθωση του καταχωρημένου φύλου στο Ληξιαρχείο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4, ο Ληξίαρχος προβαίνει στη διόρθωση του ληξιαρχικού μητρώου, ανάλογα με τα στοιχεία που ο Ατητής δηλώνει στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση που καταχωρεί, σύμφωνα με την διαδικασία του άρθρου 5 και ενημερώνει όλα τα εσωτερικά αρχεία, μητρώα ή καταλόγους, καθώς και τον Αιτητή για τα δικαιώματα που παρέχονται από τον παρόντα Νόμο.

Συνέπειες διόρθωσης καταχωρημένου αρχείου.

Νοείται ότι, δικαιώματα, υποχρεώσεις και κάθε είδους ευθύνη του Αιτητή, που δημιουργήθηκαν πριν από τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου, εξακολουθούν να υφίστανται και μετά τη διόρθωση του ληξιαρχικού μητρώου:

Νοείται περαιτέρω ότι, οποιαδήποτε στοιχεία του προσώπου τα οποία δεν αφορούν τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου, περιλαμβανομένων του αριθμού δελτίου ταυτότητας, του αριθμού φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ), του αριθμού κοινωνικών ασφαλίσεων και κάθε άλλου αριθμού ο οποίος έχει εκδοθεί για λογαριασμό του προσώπου πριν τη διόρθωση του ληξιαρχικού μητρώου διατηρούνται σε ισχύ.

– Σε περίπτωση που πρόσωπο που διόρθωσε το καταχωρισμένο φύλο του έχει παιδιά, είτε γεννημένα σε γάμο, είτε γεννημένα σε Πολιτική Συμβίωση, όπως αυτή ορίζεται δυνάμει των διατάξεων του περί Πολιτικής Συμβίωσης Νόμου, όπως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταταιείτε γεννημένα χωρίς γάμο των γονέων τους, είτε υιοθετημένα, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του προς αυτά δεν επηρεάζονται.

–  Η διόρθωση του καταχωρημένου φύλου γονέα στο Ληξιαρχείο δεν επιφέρει οποιαδήποτε μεταβολή στο πιστοποιητικό γέννησης των παιδιών ή σε οποιαδήποτε έγγραφα που εκδίδονται για λογαριασμό των παιδιών ή αρχεία, μητρώα ή καταλόγους που αναγράφονται τα παιδιά.

– Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), εντός οκτώ (8) εργασίμων ημερών από της διόρθωσης του ληξιαρχικού μητρώου σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 6, ο Ληξίαρχος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο είναι εξουσιοδοτημένο για την τήρηση οποιουδήποτε αρχείου, μητρώου ή/ και καταλόγου απαγορεύεται να επικοινωνήσει λεκτικά ή να εκδώσει έντυπο, πληροφορία ή καταχώριση η οποία να υποδεικνύει με οποιοδήποτε τρόπο τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου προσώπου.

– Τα αναφερόμενα στο εδάφιο (1) έντυπα, πληροφορίες ή καταχωρίσεις δύνανται να παραχωρηθούν στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) με τη συναίνεση του προσώπου που διόρθωσε το καταχωρισμένο φύλο του ή (β) με διάταγμα αρμόδιου δικαστηρίου, στην αντίληψη του οποίου περιήλθε η ανάγκη παρουσίασης τέτοιου εντύπου, πληροφορίας ή καταχώρισης και νοουμένου ότι η εν λόγω πληροφορία ή καταχώριση είναι αναγκαία για σκοπούς της δικαστικής διαδικασίας.

– Δημόσιος υπάλληλος στην αντίληψη του οποίου περιέρχεται με οποιοδήποτε τρόπο η διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου υπέχει υποχρέωση εχεμύθειας και σε περίπτωση που παραβεί την υποχρέωση αυτή υπόκειται στις διατάξεις του άρθρου 70 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, όπως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

Ποινές

–  Πρόσωπο που εργοδοτείται ή παρέχει υπηρεσίες ή με οποιοδήποτε τρόπο σχετίζεται με τους οργανισμούς, τις αρχές και τα νομικά ή φυσικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 6, στο οποίο περιέρχεται με οποιοδήποτε τρόπο η διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου, υπέχει υποχρέωση εχεμύθειας και σε περίπτωση που παραβεί την υποχρέωση αυτή διαπράττει αδίκημα το οποίο τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα  δύο (2) έτη ή σε  χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

–  Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου διαπράττει αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τον ένα (1) έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες ευρώ (€3000) ή και στις δύο (2) αυτές ποινές.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here